Homo ludens-Ο παίζων άνθρωπος

axelos

 

Huizinga

Homo ludens -Ο παίζων άνθρωπος

Όταν η δυτική σκέψη υποψιάστηκε στο Λόγο το δόγμα κάθε υποταγής, τη νύχτα που νομιμοποιεί κάθε έγκλημα, τη χορογραφία της θυσίας, τη νεύρωση που γίνεται ένα μεγάλο κουτί παραπόνων, έστρεψε τη προσοχή της σε καινούργια φετίχ τα οποία πεζολάτησαν σε αρχαίους βωμούς και στα μυστήρια τους.

Πρώτος ο Χάιντεγκερ, κτύπησε προσοχή, στην αποπλανητική πνευματική δύναμη του Νίτσε, και έφτιαξε μια υπομνηματιστική στην Ηρακλείτεια ποιητική σ’ εκείνο το «Αιών παις εστί παίζων, πεσσεύων΄ παιδός η βασιληίη».

Στο εξής η σκέψη του Νίτσε κατακτάται από το παιχνίδι, τη παιδική αθωότητα, την αισθητική πληρότητα, έτσι τα παραπάνω θα συνθέσουν τη νέα διακριτικότητα της σκέψης του. Στη συνέχεια θα συναντήσει τη σκέψη του Νίτσε ο στοχαστής με την ενοχική ρίζα της λατρείας του Είναι, ο Χάιντεγκερ. Ο μαιτρ της πνευματικής κληρουχίας της δυτικής υπόνοιας (ο Χάιντεγκερ) θα στρατοπεδεύσει στη τελευταία στροφή του ποιήματος του Νίτσε («Στον Γκαίτε», των Τραγουδιών του ποιήματος του Πρίγκιπα Vogelfrei) και μέσα στους ποιητικούς δρομοδείχτες του Νίτσε θα δει το παιχνίδι σαν μαρτύριο της πνευματικής του ανάσας.

Οι μαθητές του Χάιντεγκερ με τα δοξαστικά τους περί παιχνιδιού, θα χτίσουν μια αμεθόδευτη σοφιστική, και θα διαπορήσουν στο χαρισματικό, στην επίνοια, και στο μυστηριακό, του παιχνιδιού.

Αν ο δάσκαλος τους (ο Χάιντεγκερ) είδε το παιχνίδι σαν διαθεσιμότητα και μαζί εκκρεμότητα του χωροχρόνου (einer Zeit-Spiel-Raum) o καλός του μαθητής ο Φίνκ βλέπει το παιχνίδι σαν σχέση δύναμης και αιώνιας επιστροφής, ο Granier, το βλέπει ως κρυπτογράφημα μεταξύ αλήθειας και ψέματος, ο δικός μας ο Αξελός ως theorie ludique de la vie, ο D. Farell Krell, ως συμβολική κυκλοφορία μεταξύ ανθρώπου και κόσμου, ο Ντεριντά, ως χαρούμενη κατάφαση της απουσίας του κέντρου, ο Ολλανδός Johan Huizinga, ως αντίθεση στις επιταγές της κοινωνίας, και ως ευκαιρία για μείωση των μηδαμινών στιγμών της ζωής.

Υπάρχει όμως και ένας μη δοξολόγος του παιχνιδιού, που συναντά το παιχνίδι στην διττή του αποπλανητική δύναμη, έτσι όπως υπάρχει στον Ηράκλειτο και δεν το βλέπουν οι παραπάνω στοχαστές. Αυτός είναι ο Μπέκετ.

Ο Μπέκετ περισσότερο ως στάση της συνείδησης και λιγότερο ως προϊόν μελέτης στο «Περιμένοντας τον Γκοντό» μας ταξιδεύει στις ανταύγειες μιας άλλης υποψίας του παιχνιδιού και πιο συγκεκριμένα όταν αναφέρεται στο τέλος του παιχνιδιού, όπου το τέλος σημαίνει και αρχή άλλου παιχνιδιού. Το παιχνίδι έχει πάντα κανόνες και έξω από τους κανόνες υπάρχει το καθαρό τίποτε. Το τέλος γίνεται πάλι μια καινούργια αρχή. Η ανατροπή του παιχνιδιού δεν θα έρθει ποτέ ο «Γκοντό» δεν θα έρθει, μας ξεγέλασε θα μας πει ο Μπέκετ. Και ένας άλλος ήρωας του Μπέκετ ο Χάμ θα μας πει: «Η φύση μας ξεγέλασε», «Φύσις κρύπτεσθαι φιλεί» μας έχει πει ο Ηράκλειτος. Να λοιπόν πως ο Μπέκετ συναντάει τον Ηράκλειτο, το παιχνίδι διανυκτερεύει στους κανόνες του, που είναι οι διορισμένοι τύραννοί του και μαζί η ανακουφιστική επιτυχία του.

Απόστολος Αποστόλου.

fink

Beckett